Βουβωνοκήλη

Τι είναι η βουβωνοκήλη και πώς δημιουργείται;

Πρόκειται για μια διόγκωση που εμφανίζεται στη βουβωνική χώρα, δεξιά ή αριστερά (ή και στις δύο μεριές ταυτόχρονα), στα σημεία δηλαδή που ο κορμός ενώνεται με τα κάτω άκρα. Η διόγκωση αυτή προκύπτει λόγω της προπέτειας κάποιου ενδοκοιλιακού σπλάχνου (συνηθέστερα του λεπτού εντέρου, αλλά και του παχέος, της ωοθήκης, της σκωληκοειδούς απόφυσης κ.α.) από ένα αδύναμο σημείο στο κοιλιακό τοίχωμα της βουβωνικής περιοχής. Η προβολή του σπλάχνου και η εμφάνιση κήλης διευκολύνεται από παράγοντες που προκαλούν αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, όπως είναι ο βήχας, η άρση βάρους, η χρόνια δυσκοιλιότητα και η υπερτροφία προστάτη. Το αδύνατο σημείο στο κοιλιακό τοίχωμα, δηλαδή ανάμεσα στους μυς που περιβάλλουν τα όργανα της κοιλιάς, δημιουργείται επειδή από εκεί διέρχονται ο σπερματικός τόνος στους άνδρες και ο στρογγύλος σύνδεσμος της μήτρας στις γυναίκες και επιβαρύνεται με την πάροδο της ηλικίας, την απότομη απώλεια βάρους, τα χρόνια αναπνευστικά προβλήματα ή το κάπνισμα (λόγω καταστροφής του κολλαγόνου).

Τι συμπτώματα προκαλεί;

Η βουβωνοκήλη μπορεί να είναι συγγενής, όταν οφείλεται σε ατελή σύγκλειση του ελυτροπεριτοναϊκού πόρου. Eμφανίζεται ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής, οπότε και οι γονείς συνήθως αντιλαμβάνονται μια διόγκωση στην αντίστοιχη περιοχή, κυρίως όταν το παιδί κλαίει. Σε πολλές περιπτώσεις το στόμιο συγκλείεται αυτόματα καθώς το παιδί μεγαλώνει, οπότε και η κήλη εξαφανίζεται από μόνη της. Εάν αυτό δεν συμβεί, τότε απαιτείται χειρουργική επέμβαση για τη διόρθωση της κήλης.

Σε ότι αφορά τις επίκτητες κήλες της βουβωνικής περιοχής, που είναι και οι περισσότερες, παρουσιάζονται επίσης με διόγκωση στη βουβωνική περιοχή, ενώ ο ασθενής αναφέρει ήπιο προς μέτριο πόνο που γίνεται αισθητός περισσότερο σαν ‘βάρος’ μετά από κούραση ή παρατεταμένη ορθοστασία και που μπορεί να επεκτείνεται και προς τους όρχεις. Η κήλη στα αρχικά στάδια συνήθως είναι ανατασσόμενη, δηλαδή η διόγκωση στην περιοχή εξαφανίζεται αν το άτομο ξαπλώσει, καθώς το σπλάχνο που προβάλλει επιστρέφει εντός της κοιλιάς. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η σταδιακή περαιτέρω χαλάρωση των τοιχωμάτων ευνοεί την αύξηση του μεγέθους της κήλης, ενώ η είσοδος-έξοδος του περιεχομένου της κήλης στην κοιλιά δημιουργεί συμφύσεις. Έτσι, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η κήλη μπορεί να είναι συνέχεια διογκωμένη, όντας μη ανατασσόμενη. Στη φάση αυτή ενδέχεται να προκαλεί πεπτικά ενοχλήματα, όπως ναυτία, μετεωρισμό, κολικούς, καθώς το έντερο που συνήθως παγιδεύεται στην κήλη δεν είναι στη φυσιολογική του θέση και πάσχει. Η πιο επικίνδυνη, όμως, κατάσταση είναι αυτή της περίσφιξης της βουβωνοκήλης, οπότε και το σπλάχνο που περιέχει στραγγαλίζεται λόγω της πίεσης και αρχίζει να νεκρώνεται. Πρόκειται για επείγουσα κατάσταση που εξελίσσεται εντός μερικών ωρών (3-6) με έντονο πόνο στην περιοχή, ερυθρότητα στο σημείο της κήλης, εμέτους και γενική καταβολή του ασθενούς, που εάν δεν αντιμετωπιστεί χειρουργικά μπορεί να αποβεί μοιραία.

Πώς θεραπεύεται η βουβωνοκήλη;

Όπως σε κάθε τύπο κήλης, έτσι και στην βουβωνοκήλη, η θεραπεία είναι πάντα χειρουργική. Συντηρητικά μέτρα αντιμετώπισης της κατάστασης, όπως αποφυγή άρσης βάρους, αντιμετώπιση χρόνιου βήχα ή δυσκοιλιότητας είναι μεν απαραίτητα για να μειώσουν τη δυσφορία του ασθενούς , αλλά δεν αποτρέπουν την εξέλιξη της νόσου και τον κίνδυνο περίσφιξης. Η χρήση πιεστικής περίδεσης, ζώνης κοιλίας ή κηλεπίδεσμου για να εμποδίσει την κήλη να βγαίνει προς τα έξω, αν και ιδιαίτερα δημοφιλής πρακτική στο παρελθόν, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αφενός γιατί τελικά δεν αποτρέπει στην ουσία την εξέλιξη της κήλης όσο θα ήταν αναμενόμενο και αφετέρου γιατί προκαλεί συμφύσεις του σάκου της κήλης με τους πέριξ ιστούς, καθιστώντας δυσκολότερη την μετέπειτα χειρουργική αποκατάσταση. Η επέμβαση αποσκοπεί στην επαναφορά του προβάλλοντος οργάνου στην φυσιολογική του θέση εντός της κοιλίας και στην σύγκλειση του παθολογικού χάσματος στο κοιλιακό τοίχωμα. Μετά από αρκετές δεκαετίες εμπειρίας με την χρήση πλεγμάτων, όλες οι επιστημονικές εταιρείες πια συνιστούν την εφαρμογή βιοσυμβατού συνθετικού πλέγματος για την διόρθωση της κήλης, προκειμένου να αποφευχθεί η τάση στην σύγκλειση των κοιλιακών τοιχωμάτων

Ποιοι τύποι επεμβάσεων (τεχνικές) υπάρχουν για την χειρουργική (πλαστική) αποκατάσταση της βουβωνοκήλης;

Η χειρουργική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης μπορεί να γίνει με την κλασσική τεχνική της ανοιχτής επέμβασης, οπότε το χάσμα στο κοιλιακό τοίχωμα αποκαθίσταται με τη χρήση βιοσυμβατού συνθετικού πλέγματος ώστε να αποφεύγεται η τάση των ιστών και να ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες υποτροπής (τεχνική Lichtenstein). Η νοσηλεία διαρκεί 1 ημέρα και μπορεί να πραγματοποιηθεί με γενική, ενδορραχιαία (από τη μέση του σώματος και κάτω) ή τοπική αναισθησία. Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι ήπιος, αλλά απαιτείται χρονικά διάστημα 2-3 εβδομάδων χωρίς έντονη σωματική δραστηριότητα, προκειμένου να ενσωματωθεί το πλέγμα στους ιστούς χωρίς πρόβλημα.

Τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, η επανάσταση που συντελέστηκε με την λαπαροσκοπική χειρουργική έδωσε νέες προοπτικές στη θεραπεία των κηλών. Με τη χρήση ειδικών εργαλείων που συνεχώς εξελίσσονται και με την απόκτηση ολοένα και μεγαλύτερης εμπειρίας, έγινε εφικτή η αντιμετώπιση όλων των τύπων των κηλών με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο. Το όφελος για τον ασθενή είναι η απουσία μεγάλων και αντιαισθητικών υλών, η μείωση του μετεγχειρητικού πόνου και η γρηγορότερη αποκατάσταση στο φυσιολογικό.

Η λαπαροσκοπική αποκατάσταση πραγματοποιείται όχι με μία αλλά με 3-4 μικρότερες τομές, και όχι πάνω στο σημείο όπου εμφανίζεται η κήλη (όπως δηλαδή στην «ανοιχτού» τύπου επέμβαση), αλλά πέριξ της κήλης. Εισάγεται κάμερα μέσα στην κοιλιακή κοιλότητα και η φυσιολογική ανατομία αποκαθίσταται πάλι με χρήση συνθετικού πλέγματος, που όμως τοποθετείται πίσω από τους κοιλιακούς μύες. Πραγματοποιείται μόνο με γενική αναισθησία και στις περισσότερες περιπτώσεις) απαιτείται νοσηλεία 1 ημέρας σε Κλινική. Τα πλεονεκτήματα της τεχνικής αυτής είναι ο ελάχιστος μετεγχειρητικός πόνος και η ταχύτερη επάνοδος στις δραστηριότητες (1 εβδομάδα). Αυτό που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι ότι σύμφωνα με τις υπάρχουσες μελέτες η λαπαροσκοπική τεχνική υπερτερεί της κλασσικής επέμβασης στην αντιμετώπιση της κήλης, καθώς εμφανίζει τα πλεονεκτήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ οι διαφορές τους σε επίπεδο υποτροπών (δηλαδή επανεμφάνισης της κήλης), επιπλοκών ή μετεγχειρητικού πόνου είναι ασήμαντες. Απόλυτη ένδειξη για αντιμετώπιση της βουβωνοκήλης λαπαροσκοπικά υπάρχει σίγουρα στις περιπτώσεις υποτροπών μετά από ανοιχτή επέμβαση ή όταν υπάρχει κήλη και στις δύο πλευρές του σώματος (αμφτερόπλευρη). Όμως, η λαπαροσκοπική τεχνική προτιμάται συχνά λόγω της ταχύτερης επανόδου στις φυσιολογικές δραστηριότητες, κάτι που για άτομα όπως π.χ. οι αθλητές μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Σε ότι αφορά την ρομποτική αποκατάσταση της βουβωνοκήλης, στην ουσία πρόκειται για μια τροποποιημένη λαπαροσκοπική επέμβαση, με την έννοια ότι διενεργούνται οι ίδιες τομές και το πλέγμα τοποθετείται στον ίδιο ανατομικό χώρο. Τα εργαλεία, όμως, κατά τη διάρκεια της επέμβασης δεν τα κρατάει στα χέρια του ο χειρουργός, αλλά είναι συνδεδεμένα με ένα ηλεκτρομηχανολογικό σύστημα από βραχίονες, το οποίο χειρίζεται ο χειρουργός από κάποια απόσταση. Επίσης, η κάμερα που διαθέτει το ρομποτικό σύστημα είναι πολύ ανώτερη από αυτήν του λαπαροσκοπικού συστήματος και δίνει δυνατότητα τρισδιάστατης (3D) απεικόνισης των δομών, με αποτέλεσμα εξαιρετική λεπτομέρεια. Επιπλέον, εκμηδενίζεται ο τρόμος του ανθρώπινου χεριού και εξαλείφεται και η παραμικρή αστάθεια, δίνοντας τη δυνατότητα λεπτομερέστατων και εξαιρετικά λεπτών χειρουργικών χειρισμών, ακόμα και σε σημεία που το χέρι του χειρουργού δεν θα είχε πρόσβαση. Πραγματοποιείται μόνο με γενική αναισθησία, απαιτείται νοσηλεία 1 ημέρας και ο χρόνος αποκατάστασης είναι σχεδόν μηδενικός.