Παθήσεις Θυροειδούς

Ανατομία – Φυσιολογία

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ο μεγαλύτερος ενδοκρινής αδένας του ανθρώπινου οργανισμού. Βρίσκεται στην πρόσθια επιφάνεια του τραχήλου και έχει το σχήμα ασπίδας (θυρεός = ασπίδα). Ο θυρεοειδής συλλέγει στα κύτταρά του το ιώδιο του οργανισμού και το χρησιμοποιεί για να συνθέσει, να αποθηκεύσει και να εκκρίνει τις θυρεοειδικές ορμόνες: την Τ4 (ή θυροξίνη) και την Τ3 (ή τριιωδοθυρονίνη). Το 80% της Τ3 παράγεται εκτός του αδένα, από μετατροπή της Τ4 σε Τ3 στην κυκλοφορία.

Οι θυρεοειδικές ορμόνες παίζουν κριτικό ρόλο στη σωματική και νοητική ανάπτυξη των εμβρύων, ενώ στον ενήλικα πρακτικά ρυθμίζουν τη λειτουργία κάθε οργάνου, κάθε συστήματος και εν γένει το σύνολο του μεταβολισμού. Τα επίπεδα των Τ3 και Τ4 ρυθμίζονται μέσα σε στενά φυσιολογικά πλαίσια, μέσω των ορμονών TSH και TRH.

Οι παθήσεις του θυρεοειδούς εκδηλώνονται είτε ως λειτουργική διαταραχή (υπερ-υποθυρεοειδισμός) είτε ως ψηλαφητό μόρφωμα (διόγκωση ολόκληρου του αδένα, που καλείται βρογχοκήλη, ή εμφάνιση μεμονωμένων διογκώσεων-όζων). Ανάλογη με την κλινική εικόνα είναι και η διαγνωστική προσέγγιση του ασθενούς, η οποία μπορεί να περιοριστεί σε απλές εργαστηριακές εξετάσεις ή να επεκταθεί σε εξειδικευμένο έλεγχο (πχ σπινθηρογράφημα, παρακέντηση κλπ).

Υπερθυροειδισμός

Έτσι καλείται η παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής υπερπαράγει Τ3 και Τ4. Η κλινική εικόνα περιλαμβάνει ζεστό, ερυθηματώδες, υγρό δέρμα, υπεριδρωσία, δυσανεξία στη ζέστη, λέπτυνση νυχιών-ονυχόλυση, υπέρχρωση δέρματος, αλωπεκία, λέπτυνση τριχών, κνησμό.

Εμφανίζεται 5 φορές συχνότερα σε γυναίκες και οι αιτίες είναι πολλές:

  • Νόσος Graves
  • Νόσος Hashimoto
  • Τοξικό αδένωμα
  • Τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη
  • Αυτόνομη αύξηση TSH (καλοήθη ή κακοήθη αδενώματα υπόφυσης)
  • Καταστροφή των θυλακιωδών κυττάρων – μαζική απελευθέρωση ορμονών
  • Θυρεοειδίτιδες (φλεγμονές του αδένα): de Quervain’s, ιική, λεμφοκυτταρική, χημική-φαρμακευτική
  • Υπερδοσολογία Τ4

Τα αυξημένα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4 στο αίμα προκαλούν καταστολή της ορμόνης TSH, με μόνη εξαίρεση την περίπτωση της αυτόνομης υπερπαραγωγής TSH από την υπόφυση (όπου και οι τρεις ορμόνες ανευρίσκονται αυξημένες). Έτσι, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις η μειωμένη TSH σε συνδυασμό με αυξημένη Τ3 και Τ4 στις εργαστηριακές εξετάσεις είναι διαγνωστική υπερθυρεοειδισμού. Μια τιμή TSH στα φυσιολογικά πλαίσια αρκεί για να αποκλειστεί ο υπερθυρεοειδισμός.

Σε ότι αφορά τη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού, αυτή εξαρτάται από την υποκείμενη διαταραχή. Η φαρμακευτική αγωγή (προπυλθειουρακίλη, μεθιμαζόλη και καρβιμαζόλη) καταστέλλει τη λειτουργία του αδένα, βελτιώνει τα συμπτώματα και επιτρέπει την ορθή προετοιμασία του ασθενούς για την χειρουργική επέμβαση. Απαιτείται μακροχρόνια χορήγηση, υπάρχουν παρενέργειες και σ’ ένα ποσοστό ή νόσος δεν ελέγχεται φαρμακευτικά ή υποτροπιάζει μετά τη διακοπή της. Το ραδιενεργό Ιώδιο (Ι-131) χρησιμοποιείται επίσης για καταστολή της θυρεοτοξίκωσης, καθώς προσλαμβάνεται από τα κύτταρα του αδένα και τα καταστρέφει. Η ολική ή σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή είναι η θεραπεία εκλογής στις περισσότερες περιπτώσεις, εκτός από αυτές όπου ο υπερθυρεοειδσμός οφείλεται σε μονήρες τοξικό αδένωμα, οπότε και μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτομή μόνο του πάσχοντος λοβού του αδένα (λοβεκτομή θυρεοειδούς ή ημιθυρεοειδεκτομή).

Υποθυροειδισμός

Καλείται η παθολογική κατάσταση κατά την οποία υπάρχει ένδεια Τ3,Τ4 και αύξηση αντιδραστικά, της ΤSH. Η κλινική εικόνα περιλαμβάνει κόπωση-αδυναμία, δυσανεξία στο ψύχος, δύσπνοια στην προσπάθεια, πρόσληψη βάρους, επιβράδυνση αντίληψης, δυσκοιλιότητα, ξηροδερμία, εύθρυπτες τρίχες, τριχόπτωση, οιδήματα άκρων, βράγχος φωνής, απώλεια ακοής, μυαλγία, παραισθησία, κατάθλιψη μηνορραγίες, αρθραλγίες, καθυστέρηση εμμηναρχής, βραδυκαρδία, βραδυψυχισμός, απώλεια φρυδιών, περικογχικό οίδημα, υπερτροφία γλώσσας, οιδηματώδες πρόσωπο, υπέρταση διαστολική, πλευριτική-περικαρδιακή συλλογή, ασκίτης, γαλακτόρροια.

Πρωτοπαθής

  • Hashimoto, χρόνια αυτοάνοσος θυρεοειδίτιδα
  • Ιατρογενής
  • Θυρεοειδεκτομή
  • Ραδιενεργό ιώδιο
  • Ακτινοβολία τραχήλου
  • Έλλειψη ή υπερκατάναλωση ιωδίου
  • Φάρμακα

Δευτεροπαθής (ένδεια TSH)

  • Αδενώματα υπόφυσης
  • Νέκρωση υπόφυσης της λοχείας (σύνδρομο Sheehan)
  • Τραύμα,χειρουργείο, φλεγμονή, εναποθετικές νόσοι της υπόφυσης, γενετικοί παράγοντες

Τριτοπαθής (ένδεια TRH)

  • Βλάβη του υποθαλάμου (όγκοι, τραύμα, ακτινοβολία, νόσοι εναπόθεσης)
  • Αντίσταση στην Τ3 , γενετική
  • Αντίσταση στην TSH ή την TRH
  • Υπερκατανάλωση Τ4,Τ3-υπερκαταβολισμός Τ3,Τ4

Όζος Θυροειδούς

Όζος καλείται κάθε εστιακή διόγκωση εντός του θυρεοειδούς αδένα. Ο όζος μπορεί να είναι ψηλαφητός ή να φαίνεται μόνο σε ειδικές απεικονιστικές εξετάσεις (υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα, αξονική τομογραφία κλπ). Αποτελεί ένα αρκετά συχνό εύρημα που μπορεί να σχετίζεται με πλειάδα παθήσεων, όπως θυρεοειδίτιδα, αδένωμα ή κύστη θυρεοειδούς, αλλά και καρκίνο του θυρεοειδούς. Ευτυχώς σε ότι αφορά την πιθανότητα ένας όζος να υποκρύπτει κακοήθεια η πιθανότητα είναι μικρή και υπολογίζεται περίπου στο 5%, ανεξάρτητα από το μέγεθος του όζου. Παρ’ όλα αυτά, σε κάθε περίπτωση ανεύρεσης θυρεοειδικού όζου απαιτείται πλήρης κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος, προκειμένου αφενός να αποκλειστεί η πιθανότητα καρκίνου και αφετέρου για να καθοριστεί η υποκείμενη διαταραχή και να θεραπευτεί.
Βασικά στοιχεία που πρέπει να διευκρινιστούν από το ιστορικό του ασθενούς που φέρει όζο είναι η ηλικία εμφάνισής του (τα παιδιά που εμφανίζουν ψυχρό όζο στο θυρεοειδή έχουν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν καρκίνο σε σύγκριση με τους ενήλικες), ο ρυθμός που πιθανό να αυξάνει σε μέγεθος, το φύλο (η εμφάνιση μονήρους όζου στους άνδρες έχει επίσης αυξημένη επίπτωση εμφάνισης κακοήθειας), ιστορικό προηγούμενης ακτινοβολίας στην περιοχή.

Μετά τη λήψη του ιστορικού, η κλινική εξέταση και ο εργαστηριακός έλεγχος θα πρέπει να διευκρινίσουν αν πρόκειται για έναν ή περισσότερους όζους, αν ο όζος είναι καλοήθης ή κακοήθης και αν είναι λειτουργικός/τοξικός (δηλαδή παράγει αυξημένες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών) ή μη. Διενεργείται υπερηχογράφημα του αδένα, προσδιορισμός των ορμονών (κυρίως TSH), σπινθηρογράφημα και αν απαιτείται περαιτέρω έλεγχος γίνεται επιπλέον βιοψία με λεπτή βελόνα (FNA)

Εφόσον αποδειχθεί ότι πρόκειται για καλοήθη όζο, απαιτείται καταστολή με εξωγενή χορήγηση της ορμόνης Τ4, προκειμένου να μην αυξηθεί σε μέγεθος. Αν ο όζος ελέγχεται με τη φαρμακευτική αγωγή, ο ασθενής παρακολουθείται συχνά. Αν, όμως, δεν έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο κακοήθειας ή μεγαλώνει σε μέγεθος ασκώντας πίεση σε γειτονικές δομές του τραχήλου, τότε προτιμάται η χειρουργική αφαίρεση. Σε μονήρη όζο που ανευρίσκεται στον ένα λοβό του αδένα μπορεί να γίνει εκτομή μόνο αυτού του λοβού (λοβεκτομή ή ημιθυρεοειδεκτομή), ενώ αν υπάρχουν κι διάσπαρτοι όζοι (πολυοζώδης βρογχοκήλη) συνιστάται ολική θυρεοειδεκτομή.