Καρκίνος Θυροειδούς

Τι είναι;

Ο καρκίνος που εμφανίζεται στον θυρεοειδή αδένα θεωρείται σπάνιος, καθώς η πιθανότητα ένα άτομο να διαγνωσθεί με τη νόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του κυμαίνεται περί το 1%. Αφορά συνηθέστερα στις ηλικίες μεταξύ 25 και 65 ετών, ενώ είναι συχνότερος στις γυναίκες. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρείται σχετική αύξηση της επίπτωσης των θυρεοειδικών καρκινωμάτων. Ο συνηθέστερος τρόπος εμφάνισής τους είναι με τη μορφή ενός ογκιδίου στον αδένα που καλείται όζος. Ένας όζος ανευρίσκεται στον θυρεοειδή με την ψηλάφηση από τον κλινικό γιατρό ή σε υπερηχογράφημα του αδένα. Επειδή, όμως, κάθε όζος δεν είναι απαραίτητα κακοήθης, η διερεύνηση πρέπει να συμπληρώνεται και από το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς με ιώδιο (Ι131). Ένας όζος που δεν προσλαμβάνει το ιώδιο στην εξέταση καλείται «ψυχρός» και έχει πιθανότητα 12-15% να είναι καρκίνωμα. Αντίθετα, ένας «θερμός» όζος (που προσλαμβάνει το φάρμακο κατά την εξέταση όπως δηλαδή και ο υπόλοιπος φυσιολογικός αδένας) αποκλείεται να είναι κακοήθης.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την εμφάνιση καρκίνου στον θυρεοειδή είναι οι εξής:

  • Ακτινοβολία στην περιοχή της κεφαλής ή του τραχήλου στην νηπιακή ή παιδική (π.χ. για διόγκωση θύμου αδένα, αδενοειδείς εκβλαστήσεις κ.α.)
  • Οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδοπάθειας ή πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας (σύνδρομα ΜΕΝ)
  • Ατομικό ιστορικό βρογχοκήλης
  • Γυναικείο φύλο (2-3 φορές συχνότερο σε σχέση με άνδρες)
  • Άτομα Ασιατικής φυλής
  • Μετάλλαξη του RET γονιδίου

Σε ότι αφορά στην ταξινόμηση των νεοπλασιών του θυρεοειδούς, διακρίνουμε τα καλά διαφοροποιημένα καρκινώματα (Θηλώδες και Θυλακιώδες καρκίνωμα), αυτά με πτωχή διαφοροποίηση και τα αδιαφοροποίητα (Αναπλαστικό καρκίνωμα). Το μυελοειδές καρκίνωμα αποτελεί τύπο νευροενδοκρινικού όγκου με ενδιάμεση πρόγνωση. Τέλος, στον θυρεοειδή αδένα μπορεί να εμφανίζονται σαρκώματα, λεμφώματα ή και τερατώματα, αλλά και μεταστάσεις από πρωτοπαθή νεοπλάσματα του πνεύμονα, του μαστού και του νεφρού.

Εκτός από την κλινική εξέταση, το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα, ο διαγνωστικός έλεγχος περιλαμβάνει προδιορισμό των θυρεοειδικών ορμονών, Αξονική Tομογραφία (CT) και βιοψία δια λεπτής βελόνης (FNA).

Θηλώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς

Αποτελεί την πιο συχνή μορφή, με επίπτωση 60-80% επί του συνόλου των περιπτώσεων θυρεοειδικού καρκίνου. Πρόκειται για νεόπλασμα με άριστη πρόγνωση (10ετής επιβίωση πάνω από 95% και 20ετής επιβίωση πάνω από 90%), καθώς σπάνια επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά και δίνει απομακρυσμένες μεταστάσεις. Η διασπορά γίνεται συνήθως στους λεμφαδένες του τραχήλου, οι οποίοι και αφαιρούνται κατά τη στιγμή της επέμβασης.

Θυλακιώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς

Είναι η δεύτερη πιο συχνή μορφή και αντιπροσωπεύει το 10-15% όλων των καρκίνων του θυρεοειδούς. Είναι πιο επιθετικό από το θηλώδες και έχει ελαφρά χειρότερη πρόγνωση. Μπορεί να διηθήσει και αγγειακές δομές και μέσω αυτών να εξαπλωθεί σε άλλα σημεία του σώματος, όπως οι πνεύμονες ή τα οστά. Σε μεγαλύτερες ηλικίες έχει πιο επιθετική μορφή.

Μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς

Αποτελεί το 5-10% των περιπτώσεων καρκίνων του θυρεοειδούς. Προέρχεται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα C που παράγουν την καλσιτονίνη (αυξημένα επίπεδα τιμών καλσιτονίνης μπορεί να συνδέονται με αυτή τη μορφή καρκίνου). Μπορεί να σχετίζεται και με τα σύνδρομα πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας ΜΕΝ. Έχει χειρότερη πρόγνωση από το θηλώδες καρκίνωμα

Αναπλαστικό καρκίνωμα θυρεοειδούς

Πρόκειται για την πλέον επιθετική μορφή καρκίνου του θυρεοειδούς και έχει την χειρότερη πρόγνωση (μέση επιβίωση 9-11 μήνες). Παρουσιάζει έντονη διήθηση γειτονικών δομών και λεμφαδένων και δεν ανταποκρίνεται σε καμία θεραπευτική προσέγγιση.

Χειρουργική αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνωμα θυρεοειδούς

Η χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του προσβεβλημένου αδένα (θυρεοειδεκτομή) είναι η μόνη θεραπευτική επιλογή που μπορεί αν προσφέρει ίαση. Αφαιρείται όλος ο θυρεοειδής (ολική θυρεοειδεκτομή) και η φυσιολογική του λειτουργία υποκαθίσταται με τη εξωγενή (από του στόματος) χορήγηση της θυρεοειδικής ορμόνης Τ4 δια βίου. Εφ’ όσον κατά τον διαγνωστικό έλεγχο ανευρεθούν και προσβεβλημένοι λεμφαδένες στον τράχηλο, συναφαιρούνται και αυτοί κατά τη διάρκεια της επέμβασης (λεμφαδενικός καθαρισμός τραχήλου). Αξίζει να σημειωθεί ότι η παρουσία διηθημένων τραχηλικών λεμφαδένων κατά τη στιγμή της διάγνωσης ενός θυρεοειδικού καρκίνου δεν αυξάνει τη θνητότητα από τη νόσο, αλλά μόνο την πιθανότητα μελλοντικής υποτροπής αυτής. Μετά το χειρουργείο και σε συνεννόηση πάντα με τον Ενδοκρινολόγο μπορεί να χορηγηθεί επιπλέον αγωγή με θυρεοειδικές ορμόνες με σκοπό την καταστολή της TSH ή και ραδιενεργό ιώδιο, προς καταστροφή των οποιωνδήποτε τυχόν υπολειμμάτων θυρεοειδικού ιστού.

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο όργανο σε χειρουργικούς χειρισμούς καθώς διαθέτει πλούσια αιμάτωση από λεπτούς κλάδους κύριων αγγειακών στελεχών (καρωτίδες). Επιπλέον, γειτνιάζει ανατομικά με τους μικρούς και δύσκολα εντοπίσιμους παραθυρεοειδείς αδένες, αλλά και τα λαρυγγικά νεύρα (άνω και κάτω ή παλίνδρομο) σε κάθε μεριά. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι η επέμβαση στον θυρεοειδή αδένα απαιτεί λεπτή χειρουργική τέχνη και μακροχρόνια εμπειρία, προκειμένου να εξασφαλισθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα χωρίς την παρουσία επιπλοκών. Είναι, επομένως, απαραίτητο τέτοιου είδους επεμβάσεις να πραγματοποιούνται από έμπειρο χειρουργό με εξειδικευμένη γνώση και πολυετή εμπειρία στις παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα.