Καρκίνος εντέρου

Ανατομία – Φυσιολογία

Το παχύ έντερο (μαζί με τον πρωκτό) αποτελεί το τελικό τμήμα του γαστρεντερικού σωλήνα, ο οποίος ξεκινά από τη στοματική κοιλότητα και συνεχίζει με τον οισοφάγο, τον στόμαχο, το δωδεκαδάκτυλο και το λεπτό έντερο. Έχει σχήμα σωλήνα μήκους 1,5 περίπου μέτρου και τα επιμέρους τμήματά του είναι τα εξής:

  • Τυφλό
  • Ανιόν κόλο
  • Εγκάρσιο κόλο
  • Κατιόν κόλο
  • Εγκάρσιο κόλο
  • Ορθό
  • Πρωκτός

Στο παχύ έντερο επιτελούνται ιδιαίτερα σημαντικές λειτουργίες, όπως η απορρόφηση των υγρών, ιχνοστοιχείων και ηλεκτρολυτών που περιέχονται στην επεξεργασμένη από την πέψη τροφή, η παραγωγή βιταμινών (μέσω των μικροβίων του) και η αποθήκευση των κοπράνων πριν την αποβολή τους.

Καρκίνος παχέος εντέρου

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ο 3ος σε συχνότητα τύπος καρκίνου στους άνδρες (μετά από αυτόν του πνεύμονα και του προστάτη) και ο 2ος στις γυναίκες (μετά του μαστού). Η αιτιολογία της νόσου είναι πολυπαραγοντική και οι ακριβείς μηχανισμοί ανάπτυξής του εν πολλοίς ακόμα άγνωστοι. Προδιαθεσικοί παράγοντες θεωρούνται οι εξής:

  • Η προχωρημένη ηλικία (η πλειονότητα εμφανίζεται μετά τα 50 έτη)
  • Η συχνή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και προϊόντων επεξεργασμένου κρέατος (αλλαντικά κλπ), η δίαιτα που είναι πλούσια σε ζωϊκό λίπος και πτωχή σε ασβέστιο, φυλικό οξύ και φυτικές ίνες
  • Παχυσαρκία
  • Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου
  • Ατομικό ιστορικό αδενωματωδών πολυπόδων (ή καρκίνου) στο παχύ έντερο
  • Ελώδης κολίτιδα και νόσος Crohn (ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου)

Οι περισσότεροι καρκίνοι ξεκινούν σαν πολύποδες στον εσωτερικό χιτώνα του εντέρου, τον βλεννογόνο. Όσο η διήθηση αφορά στον βλεννογόνο και μόνο μιλάμε για πρώιμο καρκίνο εντέρου. Σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς ο όγκος μεγαλώνει και διηθεί και βαθύτερα στρώματα του εντερικού τοιχώματος, αρχίζει η διασπορά καρκινικών κυττάρων στους λεμφαδένες που απομακρύνουν τη λέμφο από την περιοχή του όγκου. Σε αυτό το στάδιο έχουμε τοπο-περιοχική νόσο. Αν δεν γίνει διάγνωση και θεραπεία τότε τα καρκινικά κύτταρα διασπείρονται με την κυκλοφορία του αίματος σε απομακρυσμένα όργανα (ήπαρ, θώρακας, εγκέφαλος, οστά κλπ), δίνοντας τις λεγόμενες μεταστάσεις.

Συμπτώματα

Ένας ασθενής με καρκίνο σε κάποιο σημείο του παχέος εντέρου μπορεί να εμφανίζει κάποιο/κάποια από τα εξής συμπτώματα:

  • Αλλαγή στις συνήθειες του εντέρου (πρωτοεμφανιζόμενη δυσκοιλιότητα ή διάρροια, εναλλαγή διάρροιας με δυσκοιλιότητα ή αλλαγή στη σύσταση ή στο σχήμα των κοπράνων)
  • Αποβολή αίματος από το ορθό (ορατό στο χαρτί ή στη λεκάνη της τουαλέτας)
  • Αναιμία
  • Κοιλιακό άλγος, κράμπες, φούσκωμα
  • Αναστολή αερίων ή/και κοπράνων (ειλεός)
  • Αίσθημα ότι το έντερο δεν έχει αδειάσει μετά την κένωση
  • Ανορεξία (ή αποστροφή για το κρέας), αδυναμία, καταβολή

Ένας ασθενής με πολύποδα στο παχύ έντερο μπορεί να έχει ελάχιστα ενοχλήματα ή και να μην έχει καθόλου συμπτώματα για πολλά χρόνια. Έτσι, η παρουσία πολυπόδων ενδέχεται να μην έχει γίνει αντιληπτή, με κίνδυνο ο πολύποδας με την πάροδο των ετών να εξελιχθεί σε αδενοκαρκίνωμα, μιας και στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί προ-καρκινική βλάβη. Γι’ αυτόν το λόγο, πρέπει να τονιστεί ξανά η σημασία του προληπτικού ενδοσκοπικού ελέγχου όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων μετά την ηλικία των 50 ετών, ασχέτως εάν έχουν κάποιο σύμπτωμα ή όχι.

Θεραπεία

Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης είναι η πρόληψη και η πρώιμη διάγνωση. Σε ότι αφορά την πρόληψη, συνιστάται η αποφυγή των προδιαθεσικών παραγόντων που έχουν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση της νόσου. Σχετικά με την πρώιμη διάγνωση, συνιστάται ο προσυμπτωματικός έλεγχος του γενικού πληθυσμού (screening) με κολοσκόπηση στην ηλικία των 50 ετών, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες. Αυτό ισχύει για άτομα χωρίς συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα, όπως αποβολή αίματος στις κενώσεις ή αναιμία ή εναλλαγή διάρροιας-δυσκοιλιότητας κ.α. Εφ’ όσον κάποιο άτομο εμφανίσει κάποιο από τα παραπάνω συμπτώματα ο ενδοσκοπικός και απεικονιστικός έλεγχος του παχέος εντέρου επιβάλλεται να γίνει άμεσα ανεξαρτήτου ηλικίας!

Στην περίπτωση που κατά τον έλεγχο αναδειχθεί καρκίνος ακολουθεί σταδιοποίηση της νόσου με Υπολογιστική Τομογραφία (CT) για να αποκλεισθούν απομακρυσμένες μεταστάσεις. Η χειρουργική εξαίρεση του καρκίνου αποτελεί τη μοναδική θεραπευτική επιλογή που προσφέρει μακροχρόνια ίαση. Η επιβίωση των ασθενών εξαρτάται άμεσα από το στάδιο του καρκίνου, γι’ αυτό και είναι σημαντική η πρώιμη ανεύρεση της νόσου, όταν αυτή βρίσκεται σε τοπο-περιοχικό επίπεδο (loco-regional disease). Ανάλογα με την εντόπιση του όγκου υπάρχουν και οι εξής τύποι επεμβάσεων:

  • Δεξιά ημικολεκτομή
  • Αριστερή ημικολεκτομή
  • Χαμηλή/πολύ χαμηλή πρόσθια εκτομή ορθοσιγμοειδούς
  • Κοιλιοπερινεϊκή εκτομή

Η χειρουργική επέμβαση συνίσταται στην εκτομή του όγκου μαζί με επαρκές τμήμα υγιούς εντέρου πέριξ του όγκου καθώς και με τους συνοδούς λεμφαδένες της πάσχουσας περιοχής (περιοχικοί λεμφαδένες). Τα δύο άκρα του εντέρου που προκύπτουν επανενώνονται με αναστόμωση και η βατότητα του εντερικού σωλήνα αποκαθίσταται. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις αυτή η ένωση δεν είναι εφικτή και τότε το εγγύς τμήμα του εντέρου εξωτερικεύεται στο δέρμα με τη μορφή κολοστομίας («παρά φύση έδρα»). Τέτοιες περιπτώσεις είναι η επείγουσα χειρουργική επέμβαση (λόγω ξαφνικής εντερικής απόφραξης-ειλεού) και η ύπαρξη όγκου πολύ χαμηλά στο ορθό και κοντά στους σφιγκτήρες (κοιλιοπερινεϊκή εκτομή). Μετά την ανάρρωση του ασθενούς από την επέμβαση ακολουθεί η ιστολογική εξέταση του όγκου που θα δώσει εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για το στάδιο της νόσου και την πρόγνωση του ασθενούς. Συνήθως απαιτείται κάποιας μορφής επικουρική χημειοθεραπεία (adjuvant) προκειμένου να ελεγχθεί πιθανή διασπορά των καρκινικών κυττάρων στον υπόλοιπο οργανισμό και εμφύτευσή τους σε απομακρυσμένα όργανα.

Η λαπαροσκοπική χειρουργική έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να προσφέρει εφάμιλλα αποτελέσματα με την κλασσική ανοιχτή χειρουργική προσπέλαση από άποψη ριζικότητας εκτομής και ογκολογικής επάρκειας της επέμβασης. Είναι σαφώς λιγότερο τραυματική ως επέμβαση, με λιγότερη απώλεια αίματος διεγχειρητικά και ταχύτερη ανάρρωση. Η λειτουργία του εντέρου αποκαθίσταται συντομότερα με αποτέλεσμα ο ασθενής να σιτίζεται πιο νωρίς σε σχέση με τις ανοιχτές επεμβάσεις, ενώ και η ενδονοσοκομειακή νοσηλεία διαρκεί λιγότερο.

Με την εισαγωγή της ρομποτικής χειρουργικής τα τελευταία χρόνια, τα πλεονεκτήματα μιας ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής τεχνικής έχουν γίνει ακόμα πιο έκδηλα σε σχέση με την λαπαροσκοπική χειρουργική. Η τρισδιάστατη απεικόνιση των ενδοκοιλιακών δομών, τα ειδικά εξελιγμένα αρθρωτά εργαλεία με πλήρη δυνατότητα κίνησης σε όλους τους άξονες και η σταθερότητα των χειρουργικών χειρισμών ακόμα και σε πολύωρες επεμβάσεις, έχουν εξελίξει τις ογκολογικές επεμβάσεις σε ανώτερο επίπεδο. Το ιστικό τραύμα ελαχιστοποιείται, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τον ασθενή σαν απουσία μετεγχειρητικού πόνου και επιτάχυνση της ανάρρωσης. Η δυνατότητα πρόσβασης σε προηγουμένως δύσκολα χειρουργικά πεδία και η μηδενική μετατροπή σε ανοιχτού τύπου επέμβαση καθιστούν τη ρομποτική χειρουργική πολύτιμο εργαλείο στην αντιμετώπιση των ογκολογικών ασθενών.