Καλοήθεις παθήσεις μαστού

Τι είναι;

Η πλειοψηφία των αλλοιώσεων που ανευρίσκονται στον μαστό είναι καλοήθεις. Πρόκειται για μια ετερογενή ομάδα παθήσεων που μπορεί να εκδηλώνονται με ποικίλα συμπτώματα (κυρίως ως ψηλαφητό μόρφωμα) ή και να ανευρίσκονται σε τυχαίο έλεγχο στα πλαίσια της πρόληψης. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στις 5 γυναίκες θα εμφανίσει κάποια καλοήθη αλλοίωση στο μαστό κατά τη διάρκεια της ζωής της. Οι καλοήθεις παθήσεις εμφανίζονται συνήθως σε νεαρότερες ηλικίες απ’ ότι ο καρκίνος του μαστού, αρχίζοντας περί το τέλος της εφηβείας και με κορύφωση στην 4η-5η δεκαετία ζωής. Η κλινική και απεικονιστική διερεύνηση από έμπειρο στις παθήσεις του μαστού ιατρό είναι απαραίτητη προκειμένου να αποσαφηνιστεί η φύση της βλάβης και ο κίνδυνος να υποκρύπτει κακοήθεια.

Ταξινόμηση

Οι καλοήθεις βλάβες ταξινομούνται ως εξής:

Μη υπερπλαστικές ινοκυστικές αλλοιώσεις

  • Απλές κύστεις
  • Αδένωμα της γαλακτοφορίας
  • Ινοαδένωμα
  • Πορεκτασία

Υπερπλαστικές αλλοιώσεις χωρίς ατυπία

  • Επιθηλιακή υπερπλασία
  • Σκληρυντική αδένωση
  • Ενδοπορικά θηλώματα

Υπερπλαστικές αλλοιώσεις με ατυπία

  • Άτυπη λοβιακή υπερπλασία
  • Άτυπη υπερπλασία των πόρων

Διάγνωση-θεραπεία

Οι μη υπερπλαστικές αλλοιώσεις ινοκυστικού τύπου δεν σχετίζονται με αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση καρκίνου του μαστού. Οι πιο συχνές αλλοιώσεις είναι τα ινοαδενώματα και οι κύστες. Τα περισσότερα ινοαδενώματα εμφανίζονται μεταξύ 15 και 35 ετών, μπορούν να αφορούν τον έναν ή και τους δύο μαστούς (μόνηρη ή πολλαπλά) και η διάγνωσή τους γίνεται με υπερηχογράφημα κυρίως. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί η παρακολούθησή τους σε τακτική βάση, ενώ η αφαίρεσή τους συστήνεται επί αμφιβολιών ή όταν προκαλούν δυσφορία και άγχος στην ασθενή ή όταν αυξάνονται σε μέγεθος (> 3 εκ.). Όσον αφορά τις κύστες, εμφανίζονται κυρίως σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (35-50 ετών) και πρόκειται για σχηματισμούς που περιέχουν υγρό. Η παρακολούθησή τους με τη βοήθεια υπερήχων συνήθως αρκεί και σε ιδιαίτερες μόνο περιπτώσεις προβαίνουμε σε αναρρόφηση του υγρού στο εσωτερικό τους και σε ιστολογική εξέτασή του.

Οι υπερπλαστικές αλλοιώσεις χωρίς ατυπία αφορούν καταστάσεις όπου παρατηρείται πολλαπλασιασμός των κυττάρων των λοβίων ή των πόρων. Όταν δεν υπάρχει ατυπία σχετίζονται με μικρότερο (αλλά υπαρκτό) κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου απ’ ότι όταν βρίσκεται ατυπία. Οι υπερπλαστικές αλλοιώσεις των πόρων αναδεικνύονται στην μαστογραφία ως μικροαποτιτανώσεις και μελετώνται περαιτέρω με βιοψία, ενώ οι αλλοιώσεις των λοβίων συνήθως ανακαλύπτονται τυχαία σε δείγματα βιοψίας για άλλες αλλοιώσεις. Στην σκληρυντική αδένωση υπάρχουν μικρά οζίδια σε ένα λόβιο του μαστού, με συνέπεια να ψηλαφάται μάζα ή η περιοχή να είναι επώδυνη. Εμφανίζει ύποπτους χαρακτήρες στην μαστογραφία και γι’ αυτό ενίοτε απαιτείται βιοψία για αποκλεισμό κακοήθειας. Εφ’ όσον, όμως, τεκμηριωθεί ότι πρόκειται για σκληρυντική αδένωση, δεν χρειάζεται κάποια περαιτέρω θεραπεία, αν και υπάρχουν μελέτες που την συσχετίζουν με ελαφρά αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου. Τα ενδοπορικά θηλώματα είναι μικροί όγκοι που αναπτύσσονται εντός των γαλακτοφόρων πόρων του μαστού, πλησίον της θηλής. Συχνά προκαλούν έκκριμα από την θηλή (ορώδες υγρό ή αίμα) ή και πόνο. Αφαιρούνται χειρουργικά και ακολουθεί ιστολογική εξέταση. Όταν είναι πολλαπλά αυξάνουν σχετικά τον κίνδυνο καρκίνου.

Οι υπερπλαστικές αλλοιώσεις με ατυπία αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 4-5 φορές σε μια χρονική περίοδο μετά από 10-20 έτη. Στις γυναίκες αυτές συστήνεται παρακολούθηση σε πιο τακτά χρονικά διαστήματα, η χρήση επιπλέον διαγνωστικών μέσων όπως η Μαγνητική Μαστογραφία και η διενέργεια βιοψίας.